βούτης

βούτης, ου, [dialect] Dor. [full] βούτας α, , ([etym.] βοῦς)
A herdsman, A.Pr.568 (lyr.), E.Andr.280 (lyr.), Theoc.1.80, AP6.255 (Eryc.), etc.:—as Adj., β. φόνος the slaughter of kine, E.Hipp.537.
II = ὀρίγανος ([place name] Cydonia), Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Βούτης — herdsman masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούτης — herdsman masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούτης — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Αθηναίος ήρωας, αδελφός του Ερεχθέα, μέλος της Αργοναυτικής εκστρατείας. Νυμφεύτηκε την ανιψιά του Χθονία, κόρη του Ερεχθέα, και έγινε γενάρχης των Βουταδών. 2. Αργοναύτης. Όταν η Αργώ περνούσε μπροστά στις Σειρήνες …   Dictionary of Greek

  • Βοῦτα — Βούτης herdsman masc voc sg Βούτης herdsman masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῦτα — βούτης herdsman masc voc sg (doric) βούτης herdsman masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βουτῶν — Βούτης herdsman masc gen pl Βουτώ fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουτῶν — βούτης herdsman masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βοῦται — Βούτης herdsman masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοῦται — βούτης herdsman masc nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βούταις — Βούτης herdsman masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βούταις — βούτης herdsman masc dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.